απομυζώ


απομυζώ
απομυζώ, απομύζησα βλ. πίν. 60
——————
Σημειώσεις:
απομυζώ : στον απλό προφορικό λόγο απαντάται μερικές φορές στον ενεστ. και η κλίση κατά το αγαπάω (βλ. πίν. 58 ).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απομυζώ — (Α ἀπομυζῶ, άω) [μυζώ] βυζαίνω, ρουφώ νεοελλ. εξαντλώ αφαιρώντας τους πόρους ή τις δυνάμεις, εκμεταλλεύομαι …   Dictionary of Greek

  • απομυζώ — ησα 1. ρουφώ υγρό, βυζαίνω: Τα κουνούπια απομυζούν το αίμα μας, όταν μας τσιμπούν. 2. αποσπώ από κάποιον σιγά σιγά και επιτήδεια χρήματα, ώσπου να του τα πάρω όλα: Απομύζησε ως την τελευταία δεκάρα τις οικονομίες της μητέρας του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • αιματοβυζαίνω — 1. βυζαίνω, ρουφώ, πίνω αίμα 2. απομυζώ, εκμεταλλεύομαι κάποιον (λέγεται και για τοκογλύφο) …   Dictionary of Greek

  • αμέλγω — ἀμέλγω (Α) (ενεργ. και μέσ. στις ίδιες σημασίες) 1. τραβώ το γάλα από τους μαστούς, αρμέγω 2. απομυζώ, γυμνώνω, εκμεταλλεύομαι κάποιον 3. πίνω βυζαχτά, εκμυζώ, ρουφώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος ρηματικός τ. με συχνή χρήση, γνωστός ήδη από τον Όμηρο.… …   Dictionary of Greek

  • αναθηλάζω — (Α ἀναθηλάζω) νεοελλ. θηλάζω εκ νέου, ξαναβυζαίνω αρχ. βυζαίνω, ρουφώ, απομυζώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα + θηλάζω. ΠΑΡ. νεοελλ. αναθήλαση, αναθήλασμα, αναθηλασμός] …   Dictionary of Greek

  • αναμυζώ — ( άω) απομυζώ, ρουφώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + μυζώ «ρουφώ». ΠΑΡ. αναμύζηση, αναμυζητικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1812 στον διδάσκαλο τού Γένους Κωνσταντίνο Κούμα] …   Dictionary of Greek

  • αναπίνω — (Α ἀναπίνω) πίνω κάτι ρουφώντας το, απορροφώ, απομυζώ νεοελλ. 1. αναδίνω υγρασία απορροφώντας το νερό, αναλιγδιάζω, αναξερνώ 2. υγραίνομαι από την εξωτερική υγρασία αρχ. απορροφώ εκ νέου …   Dictionary of Greek

  • απεκμυζώ — ἀπεκμυζῶ ( άω) (Μ) απομυζώ, απορροφώ …   Dictionary of Greek

  • απομύζηση — η 1. βυζαγμα, απορρόφηση 2. βαθμιαία αφαίρεση πόρων ή δυνάμεων, εκμετάλλευση, αφαίμαξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < απομυζώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1884 στον Ποθητό Ψαρά] …   Dictionary of Greek